- ὑπόπυῤῥος
- ὑπό-πυῤῥος, etwas rötlich
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
υπόπυρρος — ον, Α ξανθοκόκκινος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + πυρρός «ερυθρός, ξανθοκόκκινος»] … Dictionary of Greek
υποπυρρίζω — Α [ὑπόπυρρος] είμαι ὑπόπυρρος* … Dictionary of Greek